καμουφλάρω


καμουφλάρω
[камуфларо] р. маскируюсь

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "καμουφλάρω" в других словарях:

  • καμουφλάρω — καμουφλάρω, καμουφλάρισα βλ. πίν. 55 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • καμουφλάρω — και καμουφλαρίζω (λ. γαλλ.), καμουφλάρισα, καμουφλαρίστηκα, καμουφλαρισμένος, παραλλάζω την εξωτερική εμφάνιση θέσης ή αντικειμένου για απόκρυψη: Τα τανκς ήσαν καμουφλαρισμένα και δεν τα είδε ο εχθρός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καμουφλάρω — και καμουφλαρίζω 1. παραλλάσσω την εξωτερική εμφάνιση ενός χώρου ή αντικειμένου για απόκρυψή του από τον εχθρό, παραλλάσσω 2. μεταμφιέζω, αποκρύπτω, μεταμορφώνω εξωτερικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. camoufl er + κατάλ. άρω (πρβλ. σκορ άρω, φιγουρ άρω)] …   Dictionary of Greek

  • μαρσάρω — (σχετικά με αυτοκίνητο) πατώ απότομα και επίμονα γκάζι, τρέχω με μεγάλη ταχύτητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. march er «προχωρώ, βαδίζω» + κατάλ. άρω (πρβλ. καμουφλάρω, σκορ άρω)] …   Dictionary of Greek

  • μασκάρω — [μάσκα] 1. κρύβω κάτι με τέχνη, καμουφλάρω 2. κρύβω κάτι με τον όγκο μου …   Dictionary of Greek